Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2013

ΓΙΑΤΙ ΗΜΑΣΤΑΝ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΠΕΡΓΟΥΣ ΤΟΥ ΜΕΤΡΟ ΚΑΙ ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΜΕ ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΜΕ ΤΙΣ ΑΠΕΡΓΙΕΣ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΣΤΑ ΜΜΜ


Οι επαναλαμβανόμενες απεργίες των εργαζομένων στο μετρό την προηγούμενη εβδομάδα ήταν ένα γεγονός που σε αντίθεση με άλλες κινητοποιήσεις εργαζομένων που γίνονται κατά καιρούς διείσδυσε άμεσα και αναγκαστικά στην καθημερινότητα λίγο πολύ του καθενός. Ήρθε, έτσι, να μας θυμίσει, ως μια πρώτη παρατήρηση, ότι δεν είμαστε άτομα ανεξάρτητα, “περαστικά” μέσα σε ένα κοινωνικό σύνολο αλλά ότι οι ζωές μας τέμνονται μέσα σε ένα κοινωνικό σύστημα όπου άμα δεν δουλέψει π.χ. ο σκουπιδιάρης δεν μπορούμε να σταθούμε από τη βρώμα και άμα δεν δουλέψει ο εργαζόμενος του μετρό και των υπόλοιπων ΜΜΜ η Αθήνα μας φαίνεται ξαφνικά τεράστια και χαοτική. Μια τέτοια απεργία δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη.

Για τους ίδιους λόγους, μια τέτοια απεργία δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη και από μια κυβέρνηση, ειδικά όταν μιλάμε για την τρικομματική κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ η οποία έχει επιβάλλει το δόγμα της νομιμότητας και της μηδενικής ανοχής κηρύττοντας εδώ και πολλούς μήνες τον πόλεμο σε ότι απειλεί αυτό το σχήμα σταθερότητας [βλ. “ησυχία, τάξη, ασφάλεια”]. Έτσι εξηγείται και η αντίδραση της απέναντι στην απεργία, κηρύττοντας την παράνομη και προχωρώντας στο μέτρο της πολιτικής επιστράτευσης.
 
Μια διαφορετική προσέγγιση από τα δελτία των 8
Πριν αναφερθούμε, όμως, στην αντίδραση της κυβέρνησης, είναι σημαντικό να γίνει λόγος για το: ποιοι είναι τελικά οι απεργοί; γιατί γίνεται αυτή η απεργία; Ερωτήματα με απαντήσεις που είτε τείνουν να παραποιούνται τελείως από τα περισσότερα ΜΜΕ και την κυβερνητική προπαγάνδα είτε να αγνοούνται.
Οι κινητοποιήσεις των εργαζομένων στο μετρό ξεκίνησαν ως αντίδραση στην υπαγωγή τους στο ενιαίο μισθολόγιο σύμφωνα με το νόμο 4024/11 και 4093/12 [μνημόνιο 3] που καταργεί επιδόματα και συρρικνώνει τους μισθούς τους [κατά μέσο όρο κατά 25%], πιέζοντας τον βασικό μισθό στα 700 ευρώ.

Αυτή η ρύθμιση εντάσσεται στην πολιτική λιτότητας που ακολουθούν εδώ και χρόνια οι κυβερνήσεις για “διέξοδο από την κρίση και επιστροφή στην ανάπτυξη”, “αναδιάρθρωση του χρέους” και “σωτηρία της χώρας”,
την πολιτική δηλαδή που δεν έχει αφήσει κανένα εργασιακό δικαίωμα όρθιο, που καθηλώνει τους μισθούς σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα ενώ αυξάνει τους φόρους, που ξεπουλάει το δημόσιο τομέα και -στο χώρο των σχολών- περικόπτει όλο και περισσότερο τις δωρεάν παροχές [βλ. περικοπή συγγραμμάτων].

Αυτή η απεργία, λοιπόν, δεν έγινε επειδή οι εργαζόμενοι του μετρό είχαν κάποια σατανική επιθυμία να “ταλαιπωρήσουν το επιβατικό κοινό” όπως μας το παρουσιάζουν τα περισσότερα ΜΜΕ, ούτε αποτελεί μια “επαναστατική γυμναστική κατ’ επάγγελμα συνδικαλιστών”, όπως υποστηρίζει ο κρατικός λόγος που για άλλη μια φορά επινοεί μια «μειοψηφία» εκεί όπου δεν υπάρχει [βλ. μειοψηφίες ταραχοποιών σε περιόδους φοιτητικών κινημάτων].

Είναι χαρακτηριστικό ότι με την ευγενική χορηγία ΜΜΕ, γνωστών για τον φαρισαϊσμό τους και τη στάση τους απέναντι στις κινητοποιήσεις των εργαζομένων (βλ. MEGA, ΣΚΑΙ) έχουμε φτάσει στο σημείο οι «εργαζόμενοι» να είναι συνώνυμοι των “εργατοπατέρων”, τα εργασιακά δικαιώματα να θεωρούνται “παράλογες απαιτήσεις” και “συντεχνιακά προνόμια”, η κινητοποίηση σε ένα εργασιακό χώρο να είναι μια “βίαιη ακρότητα” και η απεργία “μια άναρθρη κραυγή κάποιων φτωχοπερίεργων” ή τουλάχιστον μια ταλαιπωρία.

Νόμος και Τάξη: Ο Καλός, ο Κακός και ο Παράνομος
 
Μπροστά σε μια παρατεταμένη απεργία που έπαιρνε σταδιακά χαρακτηριστικά συνολικότερης αντίστασης στη κυβερνητική πολιτική και δεδομένου ότι μια υποχώρηση στο ζήτημα του ενιαίου μισθολογίου για τους εργαζόμενους στο μετρό θα σήμαινε ευρύτερη αποσταθεροποίηση εν όψει του ξεσηκωμού και άλλων σωματείων εργαζομένων και μιας πρώτης ρωγμής στο δόγμα των μηδενικών παραχωρήσεων, ο κρατικός μηχανισμός πήρε για άλλη μια φορά την επιλογή της «ράβδου» κηρύττοντας παράνομη την απεργία και προχωρώντας σε επίταξη εργασίας ή “πολιτική επιστράτευση” των εργαζομένων.
Πρόκειται για ένα μέτρο που προβλέπει τη διανομή “φύλλων πορείας” στους εκάστοτε εργαζομένους των οποίων απαιτούνται οι υπηρεσίες. Η άρνηση παραλαβής επιφέρει ποινικές και διοικητικές ευθύνες, κοινώς σύλληψη.

Η εισβολή των ΕΚΑΜ με πολιορκητικό κριό στο αμαξοστάσιο των Σεπολίων τα ξημερώματα της Παρασκευής έβαλε και επίσημα τη σφραγίδα του αυταρχισμού σε άλλη μια εκστρατεία της κυβέρνησης απέναντι σε ένα κέντρο ανομίας, αυτή τη φορά μια παράνομη απεργία.

Μιλώντας στο σημείο αυτό για ανομία, καλό θα ήταν να αναφερθούν ορισμένες παρατηρήσεις -ίσως πιο νομικού χαρακτήρα- όχι για να μπούμε, βέβαια, σε αντιπαράθεση δικανικού τύπου με τη κυβέρνηση αλλά αν μη τι άλλο για να αποδείξουμε πως στην τελική το «νόμιμο» και το «παράνομο» είναι χαρακτηρισμοί πολύ πιο σχετικοί, χαρακτηρισμοί που σε τελική ανάλυση κουβαλάνε το στίγμα και τις επιδιώξεις του εκάστοτε πολιτικού εκφραστή τους. Έτσι, είναι άξιο να σημειωθεί, ειδικά στη περίπτωση μιας κυβέρνησης με μόττο το “νομιμότητα παντού”, ότι η πολιτική επιστράτευση των εργαζομένων του μετρό ήταν απολύτως παράνομη καθώς σύμφωνα με το διάταγμα 17/1974 (διάταγμα που έχει εκδοθεί με βάση το παρασύνταγμα του 1952) το μέτρο της
επίταξης για την αντιμετώπιση εκτάκτων αναγκών σε περίοδο ειρήνης επιτρέπεται αποκλειστικά και μόνο για αμυντικές ανάγκες, για ανάγκες που προκαλούνται από φυσικές καταστροφές, και λόγω κινδύνων της δημόσιας υγείας και κανένας από τους παραπάνω λόγους δεν συντρέχει στην περίπτωση των εργαζομένων του μετρό.

Μπροστά στη μανιώδη προσπάθεια να καταπνίξει κάθε εστία αντίστασης η κυβέρνηση παραβιάζει ακόμα και τους κανόνες του δικού της παιχνιδιού.

Μετά από τις Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου κατά των ΟΤΑ, μετά από τις επιθέσεις στο πανεπιστημιακό άσυλο στην ΑΣΟΕΕ και τις προάλλες στην Πολυτεχνειούπολη με τον ξυλοδαρμό ενός φοιτητή από αστυνομικούς της ομάδας ΔΙΑΣ, μετά από τις επιθέσεις στις καταλήψεις, μετά από τη σύλληψη 22 φοιτητών στο Ιόνειο Πανεπιστήμιο επειδή απλώς «τόλμησαν» να κάνουν παράσταση διαμαρτυρίας στο κτήριο της πρυτανείας, η νέα επίδειξη αυταρχισμού της κυβέρνησης Σαμαρά αποτελεί άλλο ένα δείγμα της κατεύθυνσης της αυταρχικής θωράκισης του κρατικού μηχανισμού απέναντι στους εργαζομένους και τη νεολαία, απέναντι στα ίδια τα λαϊκά αιτήματα που αρθρώνονται στο φόντο της κρίσης. Το κράτος των κοινωνικών συμβιβασμών [του κοινωνικού συμβολαίου] έχει τελειώσει και τη θέση του παίρνει ένας κρατικός μηχανισμός έτοιμος να πέσει με όλες του τις δυνάμεις πάνω σε κάθε φωνή αντίρρησης, πάνω σε κάθε αγωνιζόμενο κομμάτι της κοινωνίας.

Αν μπορούμε να εξάγουμε κάτι εν τέλει από την απεργία στο μετρό και τον τρόπο με τον οποίο αυτή κατεστάλη, είναι αφενός ότι όσο δυνατή και αν δείχνει η κυβέρνηση μέσα από την άγρια καταστολή των κινητοποιήσεων, αυτές μπορούν ακόμα να ανοίγουν ρήγματα στην κυβερνητική πολιτική [πράγμα που φαίνεται και από τις αγχωμένες αντιδράσεις του κυβερνητικού επιτελείου] και αφετέρου ότι όσο δυναμική και αν φαίνεται μια απεργιακή κινητοποίηση, αν αυτή δεν καταφέρει να συνδεθεί και με άλλα κομμάτια εργαζομένων, αν δεν καταφέρει να κάνει τον αγώνα των εργαζομένων αγώνα όλης της κοινωνίας τότε είναι αδύναμη τόσο απέναντι στον κυβερνητικό λόγο, τα ΜΜΕ και τον κοινωνικό αυτοματισμό όσο και στη κρατική καταστολή.

Το μεγάλο ερώτημα για όλους εμάς που “ταλαιπωρούμαστε”, που πληρώνουμε 0,70 και 1,40 τα εισητήρια στο μετρό και τα υπόλοιπα μέσα, που βλέπουμε τα δικαιώματα μας να διαλύονται μέρα με τη μέρα, είναι αν θα επιλέξουμε να βάλουμε απέναντι μας έναν αγώνα επειδή μας ξεβόλεψε για κάποιες μέρες ή αν θα αγκαλιάσουμε αυτή την έξοδο από την κανονικότητα, αν θα τον κάνουμε τελικά δικό μας αγώνα καθημερινό, για εργασιακά δικαιώματα, δημόσιες δωρεάν συγκοινωνίες και μια ζωή με αξιοπρέπεια